ἔκκληρος

ἔκκληρος, ον,
A without share or lot, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κλήρος — Τμήμα γης που δόθηκε με κλήρωση· ο λαχνός· το μερίδιο κληρονομιάς· η μοίρα, η τύχη. Επίσης κ. ονομάζεται το ιερατείο, δηλαδή το σύνολο των ανώτερων και κατώτερων κληρικών της Εκκλησίας. Στον ανώτερο κ. περιλαμβάνονται οι λειτουργοί που απέκτησαν… …   Dictionary of Greek

  • ξεκληρίζω — και ξακληρίζω 1. εξοντώνω τη γενιά, τους απογόνους κάποιου («τούς ξεκλήρισε το χτικιό») 2. χάνω τους απογόνους μου, αφανίζομαι εξ ολοκλήρου («αυτό το σπίτι ξεκληρίστηκε»). [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἐκκληρίζω < ἔκκληρος «αυτός που δεν πήρε κληρονομιά» ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.